Παρότι ένα αιφνιδιαστικό πέρασμα στην πρωτεύουσα της Γροιλανδίας και μια κατάληψη «τύπου Βενεζουέλας» φαντάζουν απίθανα σενάρια, η στρατιωτική επιχείρηση στο Καράκας φαίνεται να υπενθύμισε σε όλες τις πλευρές τι είναι ικανές να κάνουν οι ΗΠΑ.
Για τους Ευρωπαίους, το ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι η στρατηγική αυτή θυμίζει έντονα το επεκτατικό σχέδιο του Βλαντίμιρ Πούτιν.
Το POLITICO μίλησε με εννέα αξιωματούχους της ΕΕ, στελέχη του ΝΑΤΟ, ειδικούς στην άμυνα και διπλωμάτες, προκειμένου να χαρτογραφήσει πώς θα μπορούσε να εξελιχθεί μια αμερικανική κατάληψη του πλούσιου σε ορυκτά και στρατηγικά κρίσιμου αρκτικού νησιού.
«Θα μπορούσε να γίνει με πέντε ελικόπτερα. Δεν θα χρειαζόταν πολλές δυνάμεις», δήλωσε Δανός πολιτικός, ζητώντας ανωνυμία για να μιλήσει ελεύθερα. «Δεν θα υπήρχε τίποτα που θα μπορούσαν να κάνουν οι Γροιλανδοί».
Βήμα 1. Προσπάθεια ενίσχυσης του κινήματος ανεξαρτησίας στη Γροιλανδία
Σχεδόν αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων της, η κυβέρνηση Τραμπ άρχισε να προωθεί δημόσια την ιδέα της ανεξαρτησίας της Γροιλανδίας, η οποία αποτελεί ημιαυτόνομο έδαφος του Βασιλείου της Δανίας. Μια ανεξάρτητη Γροιλανδία θα μπορούσε να συνάπτει απευθείας συμφωνίες με τις ΗΠΑ, ενώ σήμερα απαιτείται η έγκριση της Κοπεγχάγης.
Για να επιτευχθεί η ανεξαρτησία, θα πρέπει να προηγηθεί δημοψήφισμα και στη συνέχεια διαπραγμάτευση μιας συμφωνίας που θα εγκριθεί τόσο από το Νουούκ όσο και από τη Δανία. Σε δημοσκόπηση του 2025, το 56% των Γροιλανδών δήλωσε ότι θα ψήφιζε υπέρ της ανεξαρτησίας, ενώ το 28% δήλωσε αντίθετο.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα δανικών μέσων, Αμερικανοί με δεσμούς με τον Τραμπ έχουν πραγματοποιήσει μυστικές επιχειρήσεις επιρροής στη Γροιλανδία, με την Υπηρεσία Ασφαλείας και Πληροφοριών της Δανίας να προειδοποιεί ότι η περιοχή «αποτελεί στόχο εκστρατειών επιρροής διαφόρων ειδών».
Ο Φέλιξ Κάρτε, ειδικός στην ψηφιακή πολιτική και σύμβουλος ευρωπαϊκών θεσμών, παραπέμπει στις μεθόδους που χρησιμοποιεί η Μόσχα για να επηρεάζει πολιτικές εξελίξεις σε χώρες όπως η Μολδαβία, η Ρουμανία και η Ουκρανία.
Όπως δήλωσε, «η Ρωσία συνδυάζει offline και online τακτικές. Στο πεδίο συνεργάζεται με ευθυγραμμισμένους παράγοντες, όπως ακραία κόμματα, δίκτυα διασποράς ή φιλορωσικούς ολιγάρχες, και έχει αναφερθεί ότι πληρώνει ανθρώπους για να συμμετέχουν σε αντιευρωπαϊκές ή αντιαμερικανικές διαδηλώσεις».
Παράλληλα, «δημιουργεί εκτεταμένα δίκτυα ψεύτικων λογαριασμών και ψευδομέσων ενημέρωσης, ώστε να ενισχύει αυτές τις δραστηριότητες στο διαδίκτυο και να προωθεί συγκεκριμένους υποψηφίους ή θέσεις. Ο στόχος συχνά δεν είναι να πείσει τους ψηφοφόρους ότι η φιλορωσική επιλογή είναι καλύτερη, αλλά να την εμφανίσει μεγαλύτερη, πιο θορυβώδη και πιο δημοφιλή απ’ ό,τι είναι στην πραγματικότητα, δημιουργώντας την αίσθηση του αναπόφευκτου».
Στη Γροιλανδία, οι ΗΠΑ φαίνεται να εφαρμόζουν τουλάχιστον ορισμένες από αυτές τις μεθόδους.
Ο Στίβεν Μίλερ, αναπληρωτής προσωπάρχης του Τραμπ, δήλωσε στο CNN ότι «κανείς δεν πρόκειται να πολεμήσει στρατιωτικά τις ΗΠΑ για το μέλλον της Γροιλανδίας».
Τον προηγούμενο μήνα, ο Τραμπ δημιούργησε τη θέση του ειδικού απεσταλμένου για τη Γροιλανδία και διόρισε τον κυβερνήτη της Λουιζιάνα, Τζεφ Λάντρι, δηλώνοντας ότι στόχος του είναι «να γίνει η Γροιλανδία μέρος των Ηνωμένων Πολιτειών».
Παράλληλα, ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, κατά την επίσκεψή του στη Γροιλανδία τον Μάρτιο, δήλωσε ότι «ο λαός της Γροιλανδίας θα έχει αυτοδιάθεση», προσθέτοντας ότι «ελπίζουμε να επιλέξει να συνεργαστεί με τις Ηνωμένες Πολιτείες, γιατί είμαστε το μόνο κράτος στον κόσμο που θα σεβαστεί την κυριαρχία και την ασφάλειά του».
Βήμα 2. Προσφορά μιας δελεαστικής συμφωνίας στη Γροιλανδία
Εφόσον οι προσπάθειες για επίσπευση του δημοψηφίσματος αποδώσουν και οι Γροιλανδοί επιλέξουν την ανεξαρτησία, το επόμενο βήμα θα ήταν η ένταξη της χώρας στη σφαίρα επιρροής των ΗΠΑ.
Μία προφανής επιλογή θα ήταν η ενσωμάτωση της Γροιλανδίας στις ΗΠΑ ως νέα πολιτεία, ιδέα με την οποία έχουν φλερτάρει επανειλημμένα πρόσωπα του περιβάλλοντος του Τραμπ. Η πρωθυπουργός της Δανίας, Μέτε Φρεντέρικσεν, αναγκάστηκε τη Δευτέρα να δηλώσει ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν δικαίωμα να προσαρτήσουν» τη Γροιλανδία, μετά από ανάρτηση της Κέιτι Μίλερ, συζύγου του Στίβεν Μίλερ, που απεικόνιζε τον χάρτη του νησιού καλυμμένο με αμερικανική σημαία και τη λέξη «ΣΥΝΤΟΜΑ».
Η απευθείας αντικατάσταση της Δανίας από τις ΗΠΑ θεωρείται σε μεγάλο βαθμό απαράδεκτη από τον πληθυσμό. Η ίδια δημοσκόπηση έδειξε ότι το 85% των Γροιλανδών αντιτίθεται στην ένταξη της χώρας στις ΗΠΑ, ενώ ακόμη και φιλοτραμπικά στελέχη του κινήματος ανεξαρτησίας δεν βλέπουν θετικά το ενδεχόμενο.
Υπάρχουν, ωστόσο, εναλλακτικά σενάρια.
Από τον περασμένο Μάιο κυκλοφορούν πληροφορίες ότι η κυβέρνηση Τραμπ επιθυμεί η Γροιλανδία να υπογράψει Συμφωνία Ελεύθερης Σύνδεσης, παρόμοια με εκείνες που έχουν οι ΗΠΑ με τη Μικρονησία, τα Νησιά Μάρσαλ και το Παλάου. Στο πλαίσιο αυτών των συμφωνιών, οι ΗΠΑ παρέχουν βασικές υπηρεσίες, προστασία και ελεύθερο εμπόριο, με αντάλλαγμα την ανεμπόδιστη στρατιωτική τους παρουσία. Το ενδεχόμενο αυτό επανήλθε στο προσκήνιο αυτή την εβδομάδα.
Ο Κούνο Φένκερ, βουλευτής της αντιπολίτευσης υπέρ της ανεξαρτησίας, ο οποίος είχε παραστεί στην ορκωμοσία του Τραμπ και συναντήθηκε πέρυσι με Ρεπουμπλικανό βουλευτή, δήλωσε ότι προσπαθεί «να εξηγήσει στους Αμερικανούς πως δεν θέλουμε να γίνουμε Πουέρτο Ρίκο ή άλλο αμερικανικό έδαφος. Μια Συμφωνία Ελεύθερης Σύνδεσης, διμερείς συμφωνίες ή άλλες μορφές συνεργασίας που ίσως δεν μπορώ ακόμη να φανταστώ, ας τεθούν στο τραπέζι και οι Γροιλανδοί θα αποφασίσουν με δημοψήφισμα».
Σε σύγκριση με τη συμφωνία του Νουούκ με την Κοπεγχάγη, «τα πράγματα μπορούν μόνο να βελτιωθούν», υποστήριξε.
Αναφερόμενος στον ισχυρισμό του Τραμπ ότι οι ΗΠΑ «χρειάζονται» τη Γροιλανδία, πρόσθεσε ότι «η Δανία ποτέ δεν είπε ότι χρειάζεται τη Γροιλανδία. Αντίθετα, έχει πει ότι αποτελεί κόστος και ότι θα μας εγκαταλείψει αν γίνουμε ανεξάρτητοι. Είναι η πιο θετική δήλωση που έχουμε ακούσει ποτέ».
Ο Τόμας Κρόσμπι, αναπληρωτής καθηγητής στρατιωτικών επιχειρήσεων στη Βασιλική Σχολή Άμυνας της Δανίας, προειδοποιεί πάντως ότι η Γροιλανδία δύσκολα θα αποκομίσει οφέλη από μια διαπραγμάτευση με τον Τραμπ.
Όπως δήλωσε, «η βασική ταυτότητα του Τραμπ ως διαπραγματευτή είναι ότι επιβάλλει τη θέλησή του στους συνομιλητές του και έχει μακρά ιστορία αθέτησης δεσμεύσεων, τόσο στην ιδιωτική όσο και στη δημόσια ζωή. Δεν βλέπω κανένα όφελος για τους Γροιλανδούς, πέρα από μια πολύ πρόσκαιρη τόνωση της αυτοεκτίμησής τους».
Πρόσθεσε ότι «θα ήταν τρέλα να συμφωνήσει κανείς σε κάτι με την ελπίδα ότι ίσως ακολουθήσει μια συμφωνία. Το να παραχωρείς την επικράτειά σου ελπίζοντας ότι μετά θα πάρεις κάτι, είναι απερίσκεπτο».
Βήμα 3. Εξασφάλιση της ευρωπαϊκής συναίνεσης
Η Ευρώπη, και ειδικά οι σύμμαχοι της Δανίας στην ΕΕ, θα αντιδρούσαν έντονα σε οποιαδήποτε προσπάθεια αποκοπής της Γροιλανδίας από την Κοπεγχάγη. Ωστόσο, η αμερικανική κυβέρνηση διαθέτει ένα ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί, την Ουκρανία.
Καθώς οι ειρηνευτικές συνομιλίες επιταχύνονται, το Κίεβο έχει καταστήσει σαφές ότι οποιαδήποτε συμφωνία με τον Πούτιν πρέπει να συνοδεύεται από ισχυρές και μακροπρόθεσμες εγγυήσεις ασφάλειας από τις ΗΠΑ.
Οι Αμερικανοί εμφανίζονται διστακτικοί, ενώ η Ουκρανία παραμένει καχύποπτη, δεδομένου ότι προηγούμενες εγγυήσεις από τη Ρωσία και τη Δύση δεν τηρήθηκαν.
Ένα πιθανό σενάριο που ανέφερε διπλωμάτης της ΕΕ προβλέπει μια συμφωνία ασφάλειας έναντι ασφάλειας, βάσει της οποίας η Ευρώπη θα λάβει ισχυρότερες εγγυήσεις για την Ουκρανία, με αντάλλαγμα την ενισχυμένη αμερικανική παρουσία στη Γροιλανδία.
Παρότι πρόκειται για πικρό συμβιβασμό, ίσως θεωρηθεί προτιμότερος από την εναλλακτική, δηλαδή την πρόκληση της οργής του Τραμπ, ο οποίος θα μπορούσε να απαντήσει με κυρώσεις, αποχώρηση από τις διαπραγματεύσεις ή ακόμη και με στήριξη του Πούτιν στις συνομιλίες με το Κίεβο.
Βήμα 4. Στρατιωτική εισβολή
Τι θα συμβεί όμως αν η Γροιλανδία ή η Δανία, της οποίας η έγκριση απαιτείται για την απόσχιση, αρνηθούν;
Μια αμερικανική στρατιωτική κατάληψη θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία.
Ο Κρόσμπι αναφέρει ότι οι σύμβουλοι του Τραμπ πιθανότατα του παρουσιάζουν διάφορες επιλογές. Η πιο ανησυχητική, όπως λέει, είναι μια στρατηγική τετελεσμένου γεγονότος, «παρόμοια με εκείνη που χρησιμοποίησε ο Πούτιν στην Ουκρανία, όπου απλώς καταλαμβάνεις το έδαφος και προβάλλεις εδαφικές αξιώσεις».
«Θα μπορούσε απλώς να στείλει στρατεύματα και να δηλώσει ότι πλέον είναι αμερικανικό. Ο αμερικανικός στρατός έχει τη δυνατότητα να αποβιβάσει δυνάμεις στη Γροιλανδία, αεροπορικώς ή δια θαλάσσης, και στη συνέχεια να ισχυριστεί ότι πρόκειται για αμερικανικό έδαφος», σημειώνει.
Σύμφωνα με τον ερευνητή του Δανικού Ινστιτούτου Διεθνών Μελετών, Λιν Μόρτενσγκααρντ, οι ΗΠΑ διαθέτουν ήδη περίπου 500 στρατιωτικούς και συνεργάτες στην αεροδιαστημική βάση Πίτουφικ, καθώς και λιγότερους από 10 υπαλλήλους στο προξενείο του Νουούκ. Παράλληλα, περίπου 100 άνδρες της Εθνοφρουράς της Νέας Υόρκης αναπτύσσονται εποχικά το καλοκαίρι για ερευνητικές αποστολές.
Η Γροιλανδία διαθέτει ελάχιστες άμυνες. Δεν έχει εδαφικό στρατό, ενώ η δανική Διοίκηση Αρκτικής διαθέτει περιορισμένα και απαρχαιωμένα μέσα, κυρίως τέσσερα πλοία επιτήρησης, ένα έλκηθρο περιπολίας, μερικά ελικόπτερα και ένα αεροσκάφος ναυτικής επιτήρησης.
Υπό αυτές τις συνθήκες, εάν ο Τραμπ κινητοποιήσει την αμερικανική παρουσία ή μεταφέρει ειδικές δυνάμεις, οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να καταλάβουν το Νουούκ «σε μισή ώρα ή και λιγότερο», σύμφωνα με τον Μόρτενσγκααρντ.
«Ο κύριος Τραμπ λέει πράγματα και μετά τα κάνει», δήλωσε η Δανή ευρωβουλευτής Στίνε Μπόσε. «Αν ήσουν ένας από τους 60.000 κατοίκους της Γροιλανδίας, θα ανησυχούσες πολύ».
Μια τέτοια εισβολή δεν θα είχε «καμία νομική βάση» βάσει του αμερικανικού και του διεθνούς δικαίου, σύμφωνα με τον Ρομέν Σιφάρ, επικεφαλής του Ινστιτούτου Αρκτικής στην Ουάσινγκτον. Επιπλέον, οποιαδήποτε κατοχή άνω των 60 ημερών θα απαιτούσε έγκριση από το Κογκρέσο.
Μια στρατιωτική επέμβαση θα σήμαινε ουσιαστικά «το τέλος του ΝΑΤΟ», προσθέτει, καθώς οι ΗΠΑ «θα πυροβολούσαν τα ίδια τους τα πόδια και θα αποχαιρετούσαν μια συμμαχία που οι ίδιες δημιούργησαν».
Πέραν αυτού, η απώλεια εμπιστοσύνης από βασικούς συμμάχους θα μπορούσε να οδηγήσει σε περιορισμό της ανταλλαγής πληροφοριών και της πρόσβασης σε ευρωπαϊκές βάσεις, όπως προειδοποιεί ο πρώην διοικητής των αμερικανικών δυνάμεων στην Ευρώπη, Μπεν Χότζες, με σοβαρές συνέπειες για την αμερικανική ασφάλεια.
Το ΝΑΤΟ θα δυσκολευόταν να αντιδράσει, καθώς κάθε στρατιωτική ενέργεια απαιτεί ομοφωνία και οι ΗΠΑ είναι το κεντρικό μέλος της συμμαχίας. Ωστόσο, ευρωπαϊκές χώρες θα μπορούσαν να αναπτύξουν δυνάμεις μέσω άλλων σχημάτων, όπως η Κοινή Εκστρατευτική Δύναμη Ηνωμένου Βασιλείου και Σκανδιναβικών χωρών ή η Σκανδιναβική Αμυντική Συνεργασία.
Προς το παρόν, πάντως, οι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ εμφανίζονται ψύχραιμοι. «Είμαστε ακόμη πολύ μακριά από αυτό το σενάριο», δήλωσε ανώτερος διπλωμάτης της συμμαχίας. «Μπορεί να υπάρξουν σκληρές διαπραγματεύσεις, αλλά δεν πιστεύω ότι πλησιάζουμε σε κάποια εχθρική κατάληψη».


No comments:
Post a Comment
Η Φωνή του Λ.Σ. δεν υιοθετεί απόψεις από καταγγελίες και σχόλια αναγνωστών καθώς και άρθρα που το περιεχόμενο τους προέρχετε από άλλες σελίδες και αναδημοσιεύονται στον παρόντα ιστότοπο και ως εκ τούτου δεν φέρει οιασδήποτε φύσεως ευθύνη. Για οποιαδήποτε παράπονα και διευκρινίσεις ή αν επιθυμείτε να διαγράψουμε ένα άρθρο ή ένα σχόλιο μπορείτε να στείλετε το μήνυμα σας στο group.voice.ls@gmail.com.