Συνταγματική αναθεώρηση: Από το άρθρο 86 στη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων – Τι είναι πράγματι εφικτό να αλλάξει και τι όχι - Φωνή του Λ.Σ.

Breaking

5.2.26

Συνταγματική αναθεώρηση: Από το άρθρο 86 στη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων – Τι είναι πράγματι εφικτό να αλλάξει και τι όχι


 Οι προχθεσινές εξαγγελίες του πρωθυπουργού για την επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση άνοιξαν εκ νέου μερικές από τις πιο κρίσιμες και φορτισμένες συζητήσεις του δημοσίου διαλόγου. Από την ποινική ευθύνη των υπουργών και τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων έως την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης και τα μη κρατικά πανεπιστήμια, το πακέτο των προτάσεων παρουσιάστηκε ως ένα ευρύ σχέδιο θεσμικών τομών.


Ωστόσο, αξίζει να θυμηθούμε ότι η συνταγματική αναθεώρηση δεν λειτουργεί με όρους κυβερνητικού προγράμματος, αφού δεν αρκεί η πολιτική βούληση της εκάστοτε πλειοψηφίας. Απαιτείται διπλή κοινοβουλευτική διαδικασία, δύο διαδοχικές Βουλές και αυξημένες πλειοψηφίες 151 ή 180 βουλευτών, γεγονός που καθιστά αναγκαίες τις συναινέσεις και περιορίζει τις μονομερείς επιλογές.


Γι’ αυτό και το πραγματικό ερώτημα δεν είναι απλώς ποιες διατάξεις προτείνονται προς αναθεώρηση, αλλά ποιες από αυτές μπορούν πράγματι να συγκεντρώσουν τις απαιτούμενες πλειοψηφίες και κυρίως σε ποια μορφή. Διότι στις περισσότερες περιπτώσεις οι αλλαγές είτε δεν θα περάσουν καν είτε δεν θα είναι ριζικές τομές, αλλά μικρές, προσεκτικές μετατοπίσεις ισορροπιών.


Άρθρο 86 – Ποινική ευθύνη μελών κυβέρνησης: Από το πλήρες καθεστώς εξαίρεσης στο φάσμα των ενδιάμεσων λύσεων

Η εξαγγελία για αναβαθμισμένη συμμετοχή της δικαστικής λειτουργίας στη διερεύνηση της ποινικής ευθύνης υπουργών αγγίζει ένα από τα πιο χιλιοσυζητημένα θέματα των τελευταίων ετών, υπό το φως της Novartis, των Τεμπών και του ΟΠΕΚΕΠΕ.


Ωστόσο, η δημόσια συζήτηση συχνά εγκλωβίζεται στο δίπολο ανάμεσα στη διατήρηση της ειδικής προστασίας των Υπουργών από την ποινική δίωξη και στην εξίσωσή τους με απλούς πολίτες που δικάζονται με την τακτική διαδικασία. Σε ένα λιγότερο επιφανειακό επίπεδο, όμως, το ερώτημα είναι πολύ πιο σύνθετο: Πώς θα ισορροπήσει το σύστημα ανάμεσα στο κράτος δικαίου που απαιτεί κανείς να μην είναι υπεράνω του νόμου και στον κίνδυνο ποινικοποίησης της πολιτικής ζωής;


Ακριβώς επειδή ο κίνδυνος δεν είναι θεωρητικός, τα ευρωπαϊκά παραδείγματα δεν κινούνται σε μία καθαρή συνταγή. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, λειτουργεί ειδικό δικαστήριο για υπουργούς με μικτή σύνθεση (βουλευτές μαζί με δικαστές), ενώ η διερεύνηση της κατηγορίας περνά από ιδιαίτερο φίλτρο που επίσης έχει έντονο δικαστικό στοιχείο. Στον αντίποδα, η Ιταλία προχώρησε σε μεταφορά της αρμοδιότητας στην τακτική δικαιοσύνη, διατηρώντας όμως ειδικούς μηχανισμούς και διαδικαστικά φίλτρα, ακριβώς για να μην μετατραπεί η δίωξη υπουργών σε καθημερινό πολιτικό εργαλείο.


Για την Ελλάδα, λοιπόν, ο ρεαλιστικός δρόμος περνά από ενδιάμεσες λύσεις που μετακινούν το κέντρο βάρους από τη Βουλή προς τη Δικαιοσύνη, χωρίς να καταργούν κάθε θεσμικό φιλτράρισμα. Έτσι, το σενάριο που συγκεντρώνει τις περισσότερες πιθανότητες δεν είναι μια απόλυτη εξομοίωση των Υπουργών με τους ιδιώτες σε όλα τα στάδια της ποινικής διαδικασίας, αλλά μια αναδιάρθρωση όπου η προκαταρκτική διερεύνηση και η συγκέντρωση αποδεικτικού υλικού ενισχύονται δικαστικά, ενώ ταυτόχρονα αποδυναμώνονται οι ρυθμίσεις που εκλαμβάνονται ως ασπίδα ατιμωρησίας, όπως η αποκλειστική εξάρτηση της δίωξης από την κοινοβουλευτική πρωτοβουλία.


Με αυτή την οπτική, η αλλαγή του άρθρου 86 το πιθανότερο είναι να οδηγήσει σε ένα πιο πειθαρχημένο σύστημα, όπου η πολιτική ευθύνη δεν συγχέεται με την ποινική, χωρίς όμως να ακυρώνεται η δεύτερη.


Αξιολόγηση στο Δημόσιο και μονιμότητα: Το Σύνταγμα δεν αλλάζει με μία πρόταση

Η ιδέα της καθολικής αξιολόγησης στη δημόσια διοίκηση ακούγεται ως αυτονόητη. Ωστόσο, όταν συνδέεται ρητά με επανακαθορισμό της μονιμότητας, μετατρέπεται σε θεσμική παρέμβαση μεγάλης κλίμακας που είναι απίθανο να υλοποιηθεί.


Ο λόγος είναι ότι η μονιμότητα στο ελληνικό Σύνταγμα δεν λειτουργεί ως απλό εργασιακό προνόμιο, αλλά αποτελεί δομική εγγύηση αποκομματικοποίησης και ουδετερότητας της διοίκησης, δηλαδή ένα θεμέλιο πάνω στο οποίο χτίζεται η συνέχεια του κράτους ανεξαρτήτως κυβερνήσεων.


Γι’ αυτό και οι περισσότεροι συνταγματολόγοι εξηγούν ότι δεν μπορεί έτσι απλά να αρθεί η μονιμότητα, αν δεν αλλάξει η συνολική δομή του Συντάγματος. Αν η μονιμότητα μετατραπεί σε ρήτρα που ανατρέπεται με βάση αξιολογικά κριτήρια σε μια αντίστοιχη λογική με τον ιδιωτικό τομέα, τότε πρέπει ταυτόχρονα να αναδομηθεί όλο το πλέγμα εγγυήσεων που αποτρέπει τον πελατειακό έλεγχο, τις πολιτικές εκκαθαρίσεις ή την επιλεκτική στοχοποίηση.


Με λίγα λόγια, το Σύνταγμα δεν μπορεί να ανεχτεί μια απλή πρόταση ότι  η αξιολόγηση συνδέεται με τη μονιμότητα, αν δεν προηγηθεί σαφής συνταγματική αρχιτεκτονική σχετικά με το ποιος αξιολογεί, με ποια αντικειμενικά κριτήρια, με ποια ένδικα βοηθήματα, με ποια αντίβαρα και με ποια εγγύηση ίσης μεταχείρισης.


Έτσι, πολιτικά μπορεί να είναι ελκυστικό να παρουσιαστεί ως μάχη με το βαθύ κράτος, αλλά θεσμικά το πιθανότερο είναι να καταλήξει σε μια ηπιότερη και περισσότερο συστημική εκδοχή, όπου ναι μεν θα υφίσταται συνταγματική κατοχύρωση της αξιολόγησης ως μηχανισμού λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης, χωρίς όμως να ανοίγει ευθέως η πόρτα σε αποδόμηση της μονιμότητας, ακριβώς επειδή αυτό θα απαιτούσε πολύ ευρύτερη αναθεώρηση του άρθρου 103.


Επιλογή ηγεσίας ανωτάτων δικαστηρίων: Από την πολιτική στη δικαστική εξουσία

Η συζήτηση για τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων αποτελεί διαχρονικά ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία της θεσμικής ισορροπίας μεταξύ εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας. Το ισχύον σύστημα διατηρεί την τελική αρμοδιότητα στην κυβέρνηση, η οποία αποφασίζει για τα προεδρεία των ανωτάτων δικαστηρίων, έστω και μετά από γνώμη των Ολομελειών των δικαστηρίων. Η ρύθμιση αυτή στηρίζεται στη λογική της δημοκρατικής νομιμοποίησης μέσω της εκτελεστικής εξουσίας, έχει όμως επικριθεί επειδή δημιουργεί την εικόνα πολιτικής επιρροής σε μια κατεξοχήν ανεξάρτητη λειτουργία.


Στη θεωρία του συνταγματικού δικαίου, ωστόσο, το δίλημμα δεν είναι τόσο απλό ανάμεσα σε μια αμιγώς δικαστική ή πολιτική επιλογή. Αντίθετα, αναγνωρίζεται ότι καμία ώριμη ευρωπαϊκή δημοκρατία δεν υιοθετεί ένα απόλυτο μοντέλο πλήρους αυτοδιοίκησης της Δικαιοσύνης, όπου οι δικαστές επιλέγουν αποκλειστικά οι ίδιοι την ηγεσία τους, αφού ένα τέτοιο κλειστό σύστημα ενέχει τον κίνδυνο συντεχνιακών ισορροπιών και έλλειψης εξωτερικού ελέγχου. Από την άλλη πλευρά, η πλήρης εξάρτηση από την κυβέρνηση ενισχύει την καχυποψία για πολιτικές παρεμβάσεις και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.


Γι’ αυτό και προκρίνονται κατά βάση ενδιάμεσες λύσεις. Στο τραπέζι βρίσκονται σενάρια, όπως η ενίσχυση του ρόλου των ίδιων των δικαστών μέσω δεσμευτικότερης γνώμης ή λίστας προεπιλογής, η συμμετοχή μικτών εκλεκτορικών σωμάτων με δικαστικούς, ακαδημαϊκούς και εκπροσώπους της νομικής κοινότητας, ή η διατήρηση της τελικής αρμοδιότητας σε πολιτειακό όργανο με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αιτιολόγησης της επιλογής. Κοινός παρονομαστής όλων αυτών των προτάσεων δεν είναι η αποκοπή της πολιτικής διάστασης, αλλά ο περιορισμός της αδιαφάνειας και η εισαγωγή θεσμικών αντιβάρων.


Με αυτά τα δεδομένα, μια ριζική ανατροπή του συστήματος μοιάζει μάλλον απίθανη. Πιο ρεαλιστικό εμφανίζεται ένα εξελικτικό βήμα με μεγαλύτερη θεσμική συμμετοχή της δικαστικής κοινότητας και πιο αυστηρούς κανόνες διαδικασίας, χωρίς όμως πλήρη απομάκρυνση της εκτελεστικής εξουσίας.


Μη κρατικά πανεπιστήμια και αναθεώρηση: Αν έγινε ήδη νομολογιακά, τι προσθέτει το Σύνταγμα;

Μετά την πρόσφατη απόφαση του ΣτΕ για τη νομιμότητα ίδρυσης μη κρατικών πανεπιστημίων υπό το πρίσμα της ερμηνείας του άρθρου 16 σε αρμονία με το ενωσιακό δίκαιο, είναι εύλογο να αναρωτιόμαστε ποια είναι η ουσιαστική προστιθέμενη αξία μιας αναθεώρησης του άρθρου.


Η πρώτη απάντηση κινείται σε πρακτικό επίπεδο. Η νομολογιακή λύση, όσο ισχυρή κι αν είναι, παραμένει από τη φύση της ερμηνευτική, καθώς στηρίζεται σε μια συγκεκριμένη ανάγνωση της συνταγματικής διάταξης, σε συνδυασμό με άλλες κανονιστικές πηγές. Αυτό σημαίνει ότι προσφέρει μεν νομιμοποίηση, αλλά αφήνει πάντα χώρο για αντιδικίες γύρω από τα όρια, τις προϋποθέσεις και τις λεπτομέρειες της διάταξης. Με μια αναθεώρηση, το Σύνταγμα θα αποτυπώσει ρητά αυτό που ήδη γίνεται δεκτό στην πράξη, μειώνοντας τον βαθμό τεχνητής ερμηνευτικής ακροβασίας και αυξάνοντας την ασφάλεια δικαίου για τη διοίκηση, τα ιδρύματα και τους φοιτητές.


Το δεύτερο επίπεδο είναι συστηματικό και, τελικά, πιο ουσιαστικό από την ίδρυση μη κρατικών ΑΕΙ. Μια αναθεώρηση θα λειτουργήσει ως θεσμική ειλικρίνεια, ευθυγραμμίζοντας το συνταγματικό κείμενο με μια πραγματικότητα που ήδη διαμορφώνεται, ώστε η πολιτεία να μην στηρίζεται αποκλειστικά σε παρακάμψεις, μεταβατικές φόρμουλες ή οριακές ερμηνείες, κλείνοντας οριστικά μια ιστορική αντίφαση ανάμεσα στο γράμμα και στη λειτουργία του άρθρου 16.

ΠΗΓΗ

No comments:

Post a Comment

Η Φωνή του Λ.Σ. δεν υιοθετεί απόψεις από καταγγελίες και σχόλια αναγνωστών καθώς και άρθρα που το περιεχόμενο τους προέρχετε από άλλες σελίδες και αναδημοσιεύονται στον παρόντα ιστότοπο και ως εκ τούτου δεν φέρει οιασδήποτε φύσεως ευθύνη. Για οποιαδήποτε παράπονα και διευκρινίσεις ή αν επιθυμείτε να διαγράψουμε ένα άρθρο ή ένα σχόλιο μπορείτε να στείλετε το μήνυμα σας στο group.voice.ls@gmail.com.