Οι πολιτικές εξελίξεις των τελευταίων μηνών δεν συνιστούν απλώς μια ακόμη περίοδο ανακατατάξεων. Διαμορφώνουν σταδιακά ένα νέο πολιτικό τοπίο, το οποίο δεν θυμίζει ούτε την εποχή του παραδοσιακού δικομματισμού Νέας Δημοκρατίας – ΠΑΣΟΚ, ούτε ακόμη και το δίπολο Νέας Δημοκρατίας – ΣΥΡΙΖΑ που κυριάρχησε μετά την οικονομική κρίση. Η πιο ενδιαφέρουσα εξέλιξη δεν είναι ότι η κυβέρνηση εξακολουθεί να διατηρεί το προβάδισμα στις δημοσκοπήσεις. Είναι ότι αλλάζει ολόκληρος ο χάρτης γύρω της.
Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, η χώρα μοιάζει να εισέρχεται σε μια νέα πολιτική φάση χωρίς να έχει προηγηθεί κυβερνητική αλλαγή. Η αναδιάταξη του πολιτικού συστήματος εξελίσσεται εν κινήσει, με την κυβέρνηση να παραμένει στην εξουσία, αλλά το σύνολο σχεδόν της αντιπολίτευσης να αναζητεί νέα ταυτότητα, νέα ηγεσία ή ακόμη και νέο λόγο ύπαρξης.
Η πολιτική κυριαρχία δεν σημαίνει πολιτική ηρεμία
Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να διαθέτει το προβάδισμα που της επιτρέπει να αντιμετωπίζει με σχετική άνεση κάθε εκλογική μέτρηση. Ωστόσο, η πολιτική της κυριαρχία δεν συνοδεύεται πλέον από την αίσθηση της σταθερότητας που χαρακτήριζε τα πρώτα χρόνια της δεύτερης θητείας του Κυριάκου Μητσοτάκη. Το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι δεν διαθέτει κοινωνική πλειοψηφία αλλά δεν έχει και πολιτικό αντίπαλο.
Οι μεγάλες πυρκαγιές, η ακρίβεια που εξακολουθεί να πιέζει τα νοικοκυριά, η στεγαστική κρίση, αλλά και η συσσώρευση υποθέσεων που δοκίμασαν την αξιοπιστία της κυβέρνησης, έχουν δημιουργήσει μια εμφανή φθορά. Δεν πρόκειται ακόμη για συνθήκες πολιτικής ανατροπής, αλλά για μια κόπωση που γίνεται όλο και πιο αισθητή.
Το Μέγαρο Μαξίμου γνωρίζει ότι το βασικό του πλεονέκτημα δεν είναι τόσο οι υψηλές επιδόσεις του όσο η αδυναμία των αντιπάλων του να εμφανιστούν ως αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.
Η κατάρρευση του παλιού αντιπολιτευτικού μοντέλου
Αν κάποιος επιχειρούσε πριν από λίγα χρόνια να προβλέψει τη σημερινή εικόνα της αντιπολίτευσης, δύσκολα θα γινόταν πιστευτός.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, το κόμμα που κυβέρνησε τη χώρα και έφθασε να συγκεντρώνει ποσοστά άνω του 35%, έχει ουσιαστικά πάψει να αποτελεί τον βασικό εκφραστή της Κεντροαριστεράς. Οι διαδοχικές διασπάσεις, οι αποχωρήσεις στελεχών και η πολιτική αποδυνάμωση δεν άφησαν πίσω τους απλώς ένα μικρότερο κόμμα. Άφησαν ένα μεγάλο πολιτικό κενό.
Παράλληλα, το ΠΑΣΟΚ δεν κατάφερε να αξιοποιήσει αυτή την κατάρρευση. Αν και εμφανίστηκε για ένα διάστημα ως ο πιθανότερος διεκδικητής της δεύτερης θέσης, δεν κατόρθωσε να μετατρέψει τη δημοσκοπική του άνοδο σε δυναμική εξουσίας. Η εικόνα των εσωτερικών αντιφάσεων, οι διαφορετικές στρατηγικές που συνυπάρχουν στο εσωτερικό του και η αδυναμία διαμόρφωσης μιας πειστικής εναλλακτικής πρότασης απέναντι στην κυβέρνηση περιορίζουν την απήχησή του.
Έτσι, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, ο βασικός αντίπαλος της κυβέρνησης δεν είναι ακόμη ξεκάθαρο ποιος θα είναι.
Η επιστροφή Τσίπρα δεν αφορά μόνο τον ίδιο
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα αποκτά μεγαλύτερη σημασία από την ίδρυση ενός ακόμη πολιτικού φορέα.
Η προσπάθειά του δεν περιορίζεται στην ανασυγκρότηση του χώρου που εγκατέλειψε ο ΣΥΡΙΖΑ. Στόχος του είναι να αναδιαμορφώσει συνολικά τον χώρο της ευρύτερης Κεντροαριστεράς, διεκδικώντας εκ νέου την πολιτική ηγεμονία απέναντι τόσο στο ΠΑΣΟΚ όσο και στα μικρότερα κόμματα του ίδιου ιδεολογικού χώρου.
Δεν είναι τυχαίο ότι το νέο εγχείρημα επιχειρεί να απευθυνθεί πέρα από τα παραδοσιακά κομματικά στελέχη. Η προσπάθεια προσέγγισης προσώπων από την αυτοδιοίκηση, την κοινωνία των πολιτών, τον επιστημονικό χώρο αλλά και ανθρώπων που δεν είχαν οργανική σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ δείχνει ότι ο πρώην πρωθυπουργός επιχειρεί να οικοδομήσει κάτι ευρύτερο από μια απλή κομματική συνέχεια.
Το αν θα το πετύχει αν και είναι ακόμη ανοιχτό, ωστόσο τα πρώτα δείγματα είναι απογοητευτικά.
Το νέο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα επιχειρεί να εμφανιστεί ως η μεγάλη επανεκκίνηση της προοδευτικής παράταξης. Ωστόσο, μέχρι στιγμής μοιάζει περισσότερο με μια προσπάθεια πολιτικής ανακύκλωσης παρά με μια πραγματική ανανέωση. Παρά τις διακηρύξεις περί «νέας αρχής», στα πρώτα του βήματα αναπαράγει γνώριμες παθογένειες της ελληνικής Κεντροαριστεράς: μεταγραφές από τον ίδιο πολιτικό χώρο, στελέχη με βαρύ κομματικό παρελθόν και ένα αφήγημα που περισσότερο επενδύει στην απογοήτευση απέναντι στην κυβέρνηση παρά παρουσιάζει ένα συνεκτικό σχέδιο διακυβέρνησης. Αν δεν καταφέρει σύντομα να αποδείξει ότι εκφράζει κάτι ουσιαστικά διαφορετικό και όχι μια ανασύνθεση του παλιού ΣΥΡΙΖΑ με νέο λογότυπο, κινδυνεύει να επιβεβαιώσει όσους θεωρούν ότι η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα αποτελεί περισσότερο μια προσωπική πολιτική ρεβάνς παρά την απαρχή ενός νέου πολιτικού κεφαλαίου.
Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται μπροστά στη μεγαλύτερη στρατηγική δοκιμασία
Για τη Χαριλάου Τρικούπη, το δίλημμα γίνεται ολοένα πιο σύνθετο. Από τη μία πλευρά επιδιώκει να εμφανιστεί ως η υπεύθυνη προοδευτική δύναμη που μπορεί να κυβερνήσει. Από την άλλη, βλέπει έναν πρώην πρωθυπουργό να επιστρέφει διεκδικώντας τον ίδιο πολιτικό χώρο.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο δημοσκοπικό. Είναι βαθιά στρατηγικό. Αν δεν καταφέρει να διαμορφώσει ένα καθαρό πολιτικό αφήγημα που να διαφοροποιείται τόσο από τη Νέα Δημοκρατία όσο και από το νέο εγχείρημα του Αλέξη Τσίπρα, κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε έναν ρόλο μόνιμου θεατή των εξελίξεων. Οι επόμενοι μήνες θα δείξουν αν το ΠΑΣΟΚ μπορεί να εξελιχθεί σε πόλο εξουσίας ή αν θα περιοριστεί στον ρόλο του τρίτου παίκτη ενός νέου πολιτικού σκηνικού.
Οι εκλογές μπορεί να αργούν, η αναμέτρηση όμως έχει ήδη αρχίσει
Επισήμως, οι εθνικές εκλογές τοποθετούνται χρονικά στην άνοιξη του 2027. Στην πράξη, όμως, όλα τα κόμματα λειτουργούν ήδη με εκλογικούς όρους.
Η κυβέρνηση προετοιμάζει το πακέτο παροχών και τις πολιτικές πρωτοβουλίες της ΔΕΘ, επιδιώκοντας να ανακτήσει την πολιτική πρωτοβουλία. Η αντιπολίτευση αναζητεί πρόσωπα, συμμαχίες και αφήγημα. Οι μετακινήσεις στελεχών, οι διεργασίες για τα ψηφοδέλτια και οι πολιτικές προσεγγίσεις γίνονται πλέον με ορίζοντα την επόμενη κάλπη.
Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η προεκλογική προετοιμασία εξελίσσεται σε ένα εντελώς διαφορετικό πολιτικό περιβάλλον από εκείνο που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα.
Μια νέα εποχή χωρίς θεαματική ρήξη
Οι μεγάλες πολιτικές αλλαγές δεν έρχονται πάντα μέσα από μια εκλογική ανατροπή. Συχνά συντελούνται αθόρυβα, καθώς αλλάζουν οι συσχετισμοί, οι πολιτικές ισορροπίες και οι κοινωνικές προσδοκίες.
Αυτό φαίνεται να συμβαίνει και σήμερα. Η κυβέρνηση παραμένει στην εξουσία, όμως απέναντί της δεν βρίσκεται πλέον το πολιτικό σύστημα που διαμορφώθηκε την περίοδο της οικονομικής κρίσης. Τα κόμματα που κυριάρχησαν τη δεκαετία των μνημονίων είτε έχουν συρρικνωθεί είτε επιχειρούν να επανεφεύρουν τον εαυτό τους, ενώ νέοι σχηματισμοί και νέα πρόσωπα διεκδικούν ρόλο στον επόμενο πολιτικό κύκλο. Η κυβέρνησης, όμως, έχει έναν άλλον αντίπαλο, την κοινωνία και τα προβλήματα της.
Ίσως, τελικά, η σημαντικότερη πολιτική εξέλιξη της περιόδου να μην είναι ποιος προηγείται στις δημοσκοπήσεις, αλλά το γεγονός ότι το πολιτικό σύστημα ανασυντίθεται μπροστά στα μάτια μας. Και όταν ολοκληρωθεί αυτή η ανασύνθεση, η επόμενη εκλογική μάχη δεν θα μοιάζει με καμία από όσες έχουμε γνωρίσει από τη Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα.
Νίκος Παναγιωτόπουλος
newpost.gr


No comments:
Post a Comment
Η Φωνή του Λ.Σ. δεν υιοθετεί απόψεις από καταγγελίες και σχόλια αναγνωστών καθώς και άρθρα που το περιεχόμενο τους προέρχετε από άλλες σελίδες και αναδημοσιεύονται στον παρόντα ιστότοπο και ως εκ τούτου δεν φέρει οιασδήποτε φύσεως ευθύνη. Για οποιαδήποτε παράπονα και διευκρινίσεις ή αν επιθυμείτε να διαγράψουμε ένα άρθρο ή ένα σχόλιο μπορείτε να στείλετε το μήνυμα σας στο group.voice.ls@gmail.com.