Από τη Λοριάν της Γαλλίας, όπου υψώθηκε η ελληνική σημαία στη δεύτερη φρεγάτα Belharra, μέχρι την Τανάγρα, όπου συνεχίζεται η αναβάθμιση των F-16, και την Ανδραβίδα, που προετοιμάζεται να υποδεχθεί τα μαχητικά πέμπτης γενιάς F-35, η Ελλάδα βρίσκεται στη μεγαλύτερη διαδικασία ανανέωσης των αεροναυτικών της δυνατοτήτων εδώ και δεκαετίες. Τέσσερις φρεγάτες FDI, δύο ιταλικές FREMM, αναβαθμισμένες MEKO, 24 Rafale, περισσότερα από 100 F-16 Viper στον μελλοντικό σχεδιασμό και 20 F-35 διαμορφώνουν το περίγραμμα των Ενόπλων Δυνάμεων της επόμενης δεκαετίας. Το ζητούμενο πλέον δεν είναι μόνο η απόκτηση ισχυρότερων οπλικών συστημάτων, αλλά η δημιουργία μιας ενιαίας αποτρεπτικής δύναμης από το Αιγαίο μέχρι την Ανατολική Μεσόγειο.
Στις 30 Οκτωβρίου 2026, στα ναυπηγεία της Naval Group στη Λοριάν, η ελληνική σημαία υψώθηκε στη φρεγάτα «Νέαρχος». Ήταν η δεύτερη ελληνική φρεγάτα τύπου FDI HN, γνωστή ως Belharra, που εντάχθηκε επίσημα στη δύναμη του Πολεμικού Ναυτικού.
Είχαν προηγηθεί η παραλαβή και η άφιξη του «Κίμωνα» στην Ελλάδα τον Ιανουάριο. Πριν ολοκληρωθεί το 2026, σύμφωνα με τον επίσημο προγραμματισμό, αναμένεται να ακολουθήσει και ο «Φορμίων».
Ο τέταρτος της σειράς, ο «Θεμιστοκλής», προγραμματίζεται να παραδοθεί το 2028.
Η εικόνα αυτή δεν αφορά απλώς την ανανέωση ενός γηρασμένου στόλου. Αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής που επιχειρεί να μεταβάλει τον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα επιτηρεί, προστατεύει και επιχειρεί στον θαλάσσιο και εναέριο χώρο.
Την ίδια περίοδο, η Πολεμική Αεροπορία έχει ήδη εντάξει στο δυναμικό της 24 γαλλικά Rafale, συνεχίζει την παραλαβή αναβαθμισμένων F-16 Viper και προετοιμάζει τις εγκαταστάσεις που θα υποδεχθούν τα πρώτα ελληνικά F-35.
Η νέα εποχή της ελληνικής άμυνας δεν σχεδιάζεται πλέον αποκλειστικά γύρω από τον αριθμό των πλοίων και των αεροσκαφών. Σχεδιάζεται γύρω από τη δυνατότητα να επιχειρούν μαζί, να ανταλλάσσουν πληροφορίες και να αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα διαφορετικές απειλές.
Belharra: Τέσσερις νέες φρεγάτες στην πρώτη γραμμή του Πολεμικού Ναυτικού

Το πρόγραμμα των φρεγατών FDI HN αποτελεί τον πιο χαρακτηριστικό πυλώνα ανανέωσης του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού.
Οι Belharra έχουν σχεδιαστεί για επιχειρήσεις υψηλής έντασης, συνδυάζοντας δυνατότητες αεράμυνας, ανθυποβρυχιακού πολέμου, επιτήρησης και προσβολής στόχων επιφανείας.
Η ενσωμάτωση προηγμένων αισθητήρων και συστημάτων διαχείρισης μάχης επιτρέπει στα πλοία να παρακολουθούν πολλαπλές απειλές και να συνεισφέρουν στην προστασία άλλων μονάδων του στόλου.
Το χαρακτηριστικό που διαφοροποιεί ιδιαίτερα τις νέες φρεγάτες είναι η δυνατότητα αεράμυνας περιοχής. Σε αντίθεση με πλοία που διαθέτουν κυρίως συστήματα αυτοπροστασίας, οι FDI μπορούν να συμβάλλουν στην αμυντική κάλυψη ευρύτερων θαλάσσιων σχηματισμών.
Ο «Κίμων» έχει ήδη ενταχθεί στο Πολεμικό Ναυτικό, ενώ ο «Νέαρχος» εισήλθε επίσημα στη δύναμή του στις 30 Οκτωβρίου, με την επιχειρησιακή του ενσωμάτωση να αποτελεί το επόμενο στάδιο.
Ο «Φορμίων» αναμένεται να ακολουθήσει έως το τέλος του έτους και ο «Θεμιστοκλής» το 2028.
Σύμφωνα με τον υπουργό Εθνικής Άμυνας Νίκο Δένδια, και οι τέσσερις φρεγάτες προβλέπεται να αναβαθμιστούν έως το 2030 στο επίπεδο Standard 2+++, αποκτώντας πρόσθετες δυνατότητες αεράμυνας, αυτοπροστασίας και στρατηγικής κρούσης.
Πρόκειται για μελλοντικό πρόγραμμα αναβάθμισης και όχι για δυνατότητες που έχουν ήδη εγκατασταθεί στο σύνολο των πλοίων.
Από τον «Κίμωνα» στον «Θεμιστοκλή»: Ένας στόλος με ιστορικά ονόματα και σύγχρονη αποστολή
Τα ονόματα των τεσσάρων φρεγατών παραπέμπουν σε διαφορετικές περιόδους της αρχαίας ελληνικής ιστορίας.
Ο Κίμων και ο Θεμιστοκλής συνδέθηκαν με τη ναυτική ισχύ της αρχαίας Αθήνας, ενώ ο Νέαρχος υπήρξε ναύαρχος του Μεγάλου Αλεξάνδρου και ο Φορμίων διακρίθηκε στις ναυτικές επιχειρήσεις του Πελοποννησιακού Πολέμου.
Πίσω από τον ιστορικό συμβολισμό, ωστόσο, βρίσκονται συγκεκριμένες σύγχρονες επιχειρησιακές ανάγκες.
Το Πολεμικό Ναυτικό καλείται να διατηρεί συνεχή παρουσία στο Αιγαίο, να προστατεύει θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας, να συμμετέχει σε συμμαχικές αποστολές και να παρακολουθεί εξελίξεις σε μια ιδιαίτερα σύνθετη περιοχή ασφάλειας.
Η απόκτηση σύγχρονων φρεγατών δεν εξαλείφει τους κινδύνους, αλλά διευρύνει τις διαθέσιμες δυνατότητες αντιμετώπισής τους.
Η στρατηγική αξία των Belharra βρίσκεται λιγότερο στον εντυπωσιασμό που προκαλούν ως νέες μονάδες και περισσότερο στην επιχειρησιακή εικόνα που μπορούν να προσφέρουν σε έναν ολόκληρο ναυτικό σχηματισμό.
Οι ιταλικές FREMM και το δεύτερο μεγάλο βήμα του ελληνικού στόλου

Το πρόγραμμα των Belharra δεν είναι το μοναδικό στοίχημα του Πολεμικού Ναυτικού.
Τον Σεπτέμβριο του 2026, Ελλάδα και Ιταλία υπέγραψαν εφαρμοστική ρύθμιση για την απόκτηση δύο φρεγατών τύπου FREMM, κλάσης Bergamini.
Σύμφωνα με τον επίσημο σχεδιασμό, η πρώτη, Carlo Bergamini, προβλέπεται να μεταβιβαστεί στην Ελλάδα το πρώτο εξάμηνο του 2028, ενώ η δεύτερη, Virginio Fasan, το πρώτο εξάμηνο του 2029.
Οι δύο φρεγάτες θα ενισχύσουν τον στόλο με επιπλέον μονάδες υψηλών δυνατοτήτων, ενώ προβλέπεται συμμετοχή ελληνικών ναυπηγείων στις εργασίες συντήρησης και προσαρμογής τους.
Παράλληλα, εξετάζεται η δυνατότητα απόκτησης ακόμη δύο φρεγατών του ίδιου τύπου.
Πρέπει, ωστόσο, να γίνεται σαφής διάκριση: οι δύο πρώτες FREMM εντάσσονται στον συμφωνημένο σχεδιασμό μεταβίβασης, ενώ οι δύο επιπλέον παραμένουν προοπτική προς διερεύνηση.
Η συνδυασμένη παρουσία γαλλικών FDI και ιταλικών FREMM θα επιτρέψει στο Πολεμικό Ναυτικό να ανανεώσει σημαντικό μέρος των μονάδων επιφανείας του τα επόμενα χρόνια.
Οι τέσσερις MEKO αποκτούν δεύτερη επιχειρησιακή ζωή

Σημαντική είναι και η απόφαση εκσυγχρονισμού των τεσσάρων φρεγατών MEKO 200HN.
Πρόκειται για πλοία που αποτελούν εδώ και δεκαετίες βασικό στοιχείο της επιχειρησιακής δύναμης του Πολεμικού Ναυτικού.
Το πρόγραμμα αναβάθμισης στοχεύει στη βελτίωση κρίσιμων συστημάτων τους, ώστε να μπορούν να συνεχίσουν να ανταποκρίνονται στις σύγχρονες επιχειρησιακές απαιτήσεις.
Η απόφαση του ΚΥΣΕΑ τον Μάρτιο του 2026 σηματοδότησε την προώθηση ενός προγράμματος που είχε απασχολήσει επί σειρά ετών τον αμυντικό σχεδιασμό.
Η σημασία του δεν είναι μόνο τεχνολογική, αλλά και επιχειρησιακή.
Ένας στόλος δεν χρειάζεται αποκλειστικά νέα πλοία. Χρειάζεται επαρκή αριθμό αξιόπιστων μονάδων, με δυνατότητα παρατεταμένης παρουσίας στη θάλασσα και με διαθεσιμότητες που επιτρέπουν την κάλυψη πολλαπλών αποστολών.
Οι Belharra, οι μελλοντικές FREMM και οι εκσυγχρονισμένες MEKO προορίζονται να συγκροτήσουν τον βασικό κορμό των ελληνικών μονάδων επιφανείας.
Η αθόρυβη δύναμη: Υποβρύχια και νέες υποθαλάσσιες δυνατότητες
Πίσω από τη δημοσιότητα που συγκεντρώνουν οι νέες φρεγάτες βρίσκεται ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας ναυτικής ισχύος: τα υποβρύχια.
Το ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό διαθέτει υποβρύχια τύπου 214, με σύστημα αναερόβιας πρόωσης, τα οποία αποτελούν σημαντικό στοιχείο των υποθαλάσσιων επιχειρησιακών του δυνατοτήτων.
Σε μια θαλάσσια περιοχή με τη γεωγραφική πολυπλοκότητα του Αιγαίου, η δυνατότητα επιτήρησης και δράσης κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας έχει ιδιαίτερη σημασία.
Τον Οκτώβριο του 2026, η Γερμανία εξέφρασε ενδιαφέρον συνεργασίας με την Ελλάδα για ενδεχόμενο μελλοντικό πρόγραμμα νέων υποβρυχίων τύπου 212CD.
Το πρόγραμμα βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο, με τον χρονικό του ορίζοντα να τοποθετείται μετά το 2030.
Παράλληλα, η ελληνική αμυντική πολιτική δίνει μεγαλύτερη έμφαση σε μη επανδρωμένες υποθαλάσσιες πλατφόρμες, που μπορούν να αξιοποιηθούν για επιτήρηση και άλλες αποστολές.
Η κατεύθυνση αυτή δείχνει ότι η επόμενη γενιά ναυτικών επιχειρήσεων θα περιλαμβάνει όλο και περισσότερα αυτόνομα συστήματα, παράλληλα με τα συμβατικά επανδρωμένα πλοία.
Rafale: Τα 24 γαλλικά μαχητικά έχουν ήδη ενταχθεί στην Πολεμική Αεροπορία

Στον αέρα, η αλλαγή έχει ξεκινήσει νωρίτερα.
Η Πολεμική Αεροπορία έχει ολοκληρώσει την παραλαβή 24 μαχητικών Rafale, τα οποία αποτελούν πλέον μέρος της επιχειρησιακής της δύναμης.
Τα γαλλικά μαχητικά ενισχύουν τις δυνατότητες εναέριας επιτήρησης, αναχαίτισης και κρούσης, αξιοποιώντας προηγμένα συστήματα αισθητήρων και οπλισμού.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ο συνδυασμός του ραντάρ, των ηλεκτρονικών συστημάτων αυτοπροστασίας και των όπλων που μπορούν να μεταφέρουν, μεταξύ των οποίων οι πύραυλοι αέρος-αέρος Meteor.
Η επιχειρησιακή τους αξία δεν περιορίζεται στις ατομικές επιδόσεις κάθε αεροσκάφους. Εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο συνεργάζονται με τα υπόλοιπα μέσα της Πολεμικής Αεροπορίας, τα συστήματα επιτήρησης και τις δυνάμεις αεράμυνας.
Για την Ελλάδα, τα Rafale αποτελούν ήδη ένα σημαντικό βήμα στον εκσυγχρονισμό της αεροπορικής της ισχύος.
F-16 Viper: Το μεγάλο πρόγραμμα που μεταμορφώνει τον κορμό της Πολεμικής Αεροπορίας

Εξίσου σημαντική είναι η εξέλιξη του προγράμματος αναβάθμισης των ελληνικών F-16.
Στις 16 Σεπτεμβρίου 2026, η Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία και η Lockheed Martin ανακοίνωσαν την παράδοση του 60ού αναβαθμισμένου F-16 Viper στην Πολεμική Αεροπορία.
Το υφιστάμενο πρόγραμμα περιλαμβάνει συνολικά 83 μαχητικά F-16 Block 52+ και Block 52+ Advanced, με χρονικό ορίζοντα ολοκλήρωσης το 2027.
Στη διαμόρφωση Viper, τα αεροσκάφη αποκτούν ραντάρ τεχνολογίας AESA, αναβαθμισμένα ηλεκτρονικά και αυξημένες δυνατότητες διαχείρισης και ανταλλαγής πληροφοριών.
Η αναβάθμιση επιτρέπει καλύτερη αντίληψη της επιχειρησιακής κατάστασης και μεγαλύτερη συνεργασία με άλλα εναέρια και επίγεια μέσα.
Παράλληλα, έχει προωθηθεί το πρόγραμμα αναβάθμισης επιπλέον 38 F-16 Block 50, ώστε ο μελλοντικός στόλος των Viper να ξεπεράσει τα 100 αεροσκάφη.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η Ελλάδα δεν αντικαθιστά απλώς παλαιότερα μαχητικά με νέα. Αναβαθμίζει μαζικά έναν ήδη υπάρχοντα στόλο, διατηρώντας την επιχειρησιακή του συνέχεια και αξιοποιώντας την τεχνογνωσία της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας.
F-35: Η Ελλάδα προετοιμάζεται για την εποχή της πέμπτης γενιάς
Το επόμενο μεγάλο βήμα της Πολεμικής Αεροπορίας είναι η απόκτηση των αμερικανικών F-35 Lightning II.
Η Ελλάδα έχει δεσμευτεί για την προμήθεια 20 αεροσκαφών, με το πρώτο να προβλέπεται να παραδοθεί το 2028 στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η πρώτη παράδοση δεν ταυτίζεται με την άμεση επιχειρησιακή παρουσία του αεροσκάφους στην Ελλάδα, καθώς θα προηγηθούν διαδικασίες εκπαίδευσης, τεχνικής προετοιμασίας και ενσωμάτωσης.
Η 117 Πτέρυγα Μάχης στην Ανδραβίδα προετοιμάζεται για να αποτελέσει τη μελλοντική βάση των ελληνικών F-35.
Τα μαχητικά πέμπτης γενιάς διαθέτουν χαρακτηριστικά χαμηλής παρατηρησιμότητας και προηγμένα συστήματα συγχώνευσης πληροφοριών από διαφορετικούς αισθητήρες.
Με τον τρόπο αυτό μπορούν να λειτουργούν όχι μόνο ως μέσα κρούσης, αλλά και ως πλατφόρμες συλλογής και διανομής επιχειρησιακών δεδομένων.
Ο συνδυασμός F-35, Rafale και F-16 Viper αποτελεί τον κεντρικό άξονα της μελλοντικής ελληνικής αεροπορικής δύναμης.
Ωστόσο, η πλήρης αξιοποίησή του θα εξαρτηθεί από την εκπαίδευση, την τεχνική υποστήριξη, τη διαθεσιμότητα, τα αποθέματα οπλισμού και τη δυνατότητα συνεργασίας των διαφορετικών τύπων αεροσκαφών.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα»: Η νέα αεράμυνα πάνω από την Ελλάδα
Πέρα από τα πλοία και τα μαχητικά, ένα από τα πιο φιλόδοξα στοιχεία του ελληνικού αμυντικού σχεδιασμού είναι η λεγόμενη «Ασπίδα του Αχιλλέα».
Πρόκειται για μια σχεδιαζόμενη πολυεπίπεδη αρχιτεκτονική άμυνας απέναντι σε εναέριες, πυραυλικές και μη επανδρωμένες απειλές.
Το πρόγραμμα συνδέεται με την ανάγκη αντιμετώπισης νέων μορφών πολέμου, στις οποίες τα drones, οι πύραυλοι και τα ηλεκτρονικά συστήματα αποκτούν ολοένα μεγαλύτερο ρόλο.
Η σχετική απόφαση του ΚΥΣΕΑ τον Μάρτιο του 2026 αποτέλεσε σημαντικό βήμα στην προώθηση του σχεδιασμού.
Η φιλοσοφία του προγράμματος βασίζεται στη διασύνδεση αισθητήρων, συστημάτων διοίκησης και μέσων αναχαίτισης, ώστε να υπάρχει ενιαία εικόνα των απειλών και καλύτερος συντονισμός της αντίδρασης.
Είναι η μετάβαση από την άμυνα με μεμονωμένα οπλικά συστήματα στην άμυνα με συνδεδεμένα συστήματα, όπου η πληροφορία και ο χρόνος απόκρισης αποκτούν καθοριστική σημασία.
Από το Αιγαίο στην Ανατολική Μεσόγειο: Η νέα στρατηγική εξίσωση
Η γεωγραφία της Ελλάδας καθιστά ιδιαίτερα σημαντική τη συνεργασία των ναυτικών και αεροπορικών της δυνάμεων.
Το Αιγαίο, με τα πολυάριθμα νησιά και τις σύνθετες θαλάσσιες διαδρομές του, δημιουργεί διαφορετικές επιχειρησιακές απαιτήσεις από εκείνες της ανοιχτής Ανατολικής Μεσογείου.
Στο πρώτο περιβάλλον, η ταχύτητα αντίδρασης, η επιτήρηση και ο συντονισμός των μονάδων αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα.
Στο δεύτερο, σημαντικότερη γίνεται η δυνατότητα επιχειρήσεων σε μεγαλύτερες αποστάσεις, με επαρκή υποστήριξη και αντοχή στον χρόνο.
Οι νέες φρεγάτες, τα αναβαθμισμένα μαχητικά και τα μελλοντικά συστήματα αεράμυνας εντάσσονται στην προσπάθεια να καλυφθούν αυτές οι διαφορετικές ανάγκες.
Η Ελλάδα επιδιώκει παράλληλα την εμβάθυνση της αμυντικής συνεργασίας της με τη Γαλλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ιταλία, ενώ ο σχεδιασμός περιλαμβάνει μεγαλύτερη συμμετοχή της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας.
Η τουρκική στρατιωτική ισχύς και τα εξοπλιστικά προγράμματα της Άγκυρας αποτελούν σταθερή παράμετρο του ελληνικού αμυντικού σχεδιασμού.
Ωστόσο, οι πραγματικές ισορροπίες δεν μπορούν να αποτιμηθούν αποκλειστικά με την καταμέτρηση μαχητικών, φρεγατών ή πυραύλων. Καθορίζονται επίσης από τις επιχειρησιακές διαθεσιμότητες, τη γεωγραφία, την εκπαίδευση, τα συστήματα υποστήριξης και τις συμμαχικές σχέσεις.
Το κόστος της ισχύος: 28 δισεκατομμύρια ευρώ και το στοίχημα της ελληνικής βιομηχανίας
Ο ελληνικός αμυντικός σχεδιασμός προβλέπει δαπάνες περίπου 28 δισεκατομμυρίων ευρώ έως το 2036, στο πλαίσιο ενός πολυετούς προγράμματος εκσυγχρονισμού.
Το μέγεθος της επένδυσης αναδεικνύει την οικονομική διάσταση των εξοπλιστικών επιλογών.
Για να μετατραπεί η προμήθεια νέων συστημάτων σε διατηρήσιμη αμυντική ικανότητα, δεν αρκεί η αρχική αγορά τους.
Χρειάζονται συμβάσεις υποστήριξης, ανταλλακτικά, σύγχρονες εγκαταστάσεις, διαρκής εκπαίδευση προσωπικού και αποθέματα πυρομαχικών.
Παράλληλα, η κυβέρνηση έχει θέσει ως στόχο ελληνική βιομηχανική συμμετοχή τουλάχιστον 25% στα εξοπλιστικά προγράμματα.
Η συμμετοχή ελληνικών εταιρειών στις εργασίες που συνδέονται με τις Belharra, τα F-16 και άλλες αμυντικές προμήθειες αποτελεί μέρος της προσπάθειας ενίσχυσης της εγχώριας τεχνογνωσίας.
Η πραγματική επιτυχία του στόχου θα κριθεί από τα έργα που θα ανατεθούν, τις θέσεις εργασίας που θα δημιουργηθούν και τη δυνατότητα της ελληνικής βιομηχανίας να διατηρήσει μακροχρόνια παραγωγική δραστηριότητα.
Το μεγάλο στοίχημα δεν βρίσκεται μόνο στα όπλα, αλλά και στους ανθρώπους
Πίσω από κάθε νέα φρεγάτα και κάθε σύγχρονο μαχητικό βρίσκεται ένα ολόκληρο σύστημα ανθρώπων.
Πληρώματα, ιπτάμενοι, μηχανικοί, τεχνικοί, ειδικοί ηλεκτρονικών συστημάτων και στελέχη υποστήριξης είναι εκείνοι που μετατρέπουν έναν προηγμένο εξοπλισμό σε πραγματική επιχειρησιακή δυνατότητα.
Η εκπαίδευση και η διατήρηση έμπειρου προσωπικού αποτελούν επομένως κρίσιμες προϋποθέσεις για την επιτυχία του εκσυγχρονισμού.
Η διαρκής λειτουργία σύγχρονων πλοίων και αεροσκαφών απαιτεί μεγαλύτερη εξειδίκευση, ενώ η αυξανόμενη χρήση ψηφιακών και αυτόνομων συστημάτων δημιουργεί νέες ανάγκες στελέχωσης.
Οι εξοπλιστικές επενδύσεις χρειάζεται να συνοδεύονται από αντίστοιχες επενδύσεις στο προσωπικό, στις υποδομές και στη συντήρηση.
Η ισχύς ενός στόλου δεν μετριέται μόνο την ημέρα που υψώνεται η σημαία σε ένα νέο πλοίο. Μετριέται και στην ικανότητά του να παραμένει διαθέσιμο, επανδρωμένο και αποτελεσματικό για δεκαετίες.
Η Ελλάδα του 2030: Από τα νέα πλοία σε μια ενιαία αμυντική δύναμη
Ο ελληνικός εξοπλιστικός σχεδιασμός περιλαμβάνει συγκεκριμένα ορόσημα για τα επόμενα χρόνια.
Το 2026 αναμένεται να ολοκληρωθεί η ένταξη τριών φρεγατών FDI, ενώ το 2027 προβλέπεται η ολοκλήρωση του βασικού προγράμματος αναβάθμισης των 83 F-16.
Το 2028 αναμένεται να παραδοθούν τόσο ο «Θεμιστοκλής» όσο και το πρώτο ελληνικό F-35 στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ προβλέπεται και η μεταβίβαση της πρώτης ιταλικής FREMM.
Η δεύτερη FREMM προγραμματίζεται για το 2029, ενώ έως το 2030 το υπουργείο Εθνικής Άμυνας επιδιώκει την αναβάθμιση του συνόλου των τεσσάρων Belharra στη νεότερη προβλεπόμενη διαμόρφωση.
Τα ορόσημα αυτά αποτελούν προγραμματισμένες παραδόσεις και στόχους, οι οποίοι εξαρτώνται από την υλοποίηση των σχετικών συμβάσεων και τεχνικών εργασιών.
Το ευρύτερο αποτέλεσμα που επιδιώκεται είναι μια διαφορετική δομή δυνάμεων: λιγότερο κατακερματισμένη, περισσότερο διασυνδεδεμένη και ικανή να αξιοποιεί την πληροφορία ως βασικό στοιχείο της αποτρεπτικής της ισχύος.
Από τον «Κίμωνα» και τον «Νέαρχο» μέχρι τα Rafale, τα Viper και τα μελλοντικά F-35, η ελληνική άμυνα περνά σε μια νέα τεχνολογική εποχή.
Η ουσιαστική δοκιμασία, ωστόσο, θα είναι η ολοκλήρωση των προγραμμάτων, η επιχειρησιακή ενσωμάτωσή τους και η διατήρηση των δυνατοτήτων τους στον χρόνο.
Γιατί η αποτροπή δεν είναι απλώς η επίδειξη ισχύος. Είναι η δυνατότητα μιας χώρας να προστατεύει την κυριαρχία και τα κυριαρχικά της δικαιώματα, μειώνοντας την πιθανότητα μιας ένοπλης σύγκρουσης. Και αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα της μεγάλης αναβάθμισης των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.


No comments:
Post a Comment
Η Φωνή του Λ.Σ. δεν υιοθετεί απόψεις από καταγγελίες και σχόλια αναγνωστών καθώς και άρθρα που το περιεχόμενο τους προέρχετε από άλλες σελίδες και αναδημοσιεύονται στον παρόντα ιστότοπο και ως εκ τούτου δεν φέρει οιασδήποτε φύσεως ευθύνη. Για οποιαδήποτε παράπονα και διευκρινίσεις ή αν επιθυμείτε να διαγράψουμε ένα άρθρο ή ένα σχόλιο μπορείτε να στείλετε το μήνυμα σας στο group.voice.ls@gmail.com.