Οι Έλληνες εργάζονται περισσότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αλλά αυτό δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε καλύτερους μισθούς, υψηλότερη παραγωγικότητα ή καλύτερη ποιότητα ζωής. Αντίθετα, η χώρα μοιάζει να έχει εγκλωβιστεί σε ένα εργασιακό μοντέλο όπου η υπερεργασία, η εξάντληση και το μόνιμο άγχος αντιμετωπίζονται σχεδόν ως φυσιολογική συνθήκη.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, το 2025 ο μέσος εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφώθηκε στις 35,9 ώρες, μειωμένος σε σχέση με το 2015. Η Ελλάδα, ωστόσο, συνεχίζει να βρίσκεται στις χώρες με τις μεγαλύτερες εβδομαδιαίες ώρες εργασίας στην Ευρώπη, επιβεβαιώνοντας μια πραγματικότητα που οι εργαζόμενοι βιώνουν καθημερινά: δουλεύουν πολύ, συχνά για αποδοχές που δεν αντιστοιχούν στο κόστος ζωής και στις πραγματικές ανάγκες τους.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο καθαρή όταν συγκρίνει κανείς την Ελλάδα με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες. Σε αρκετές χώρες της Βόρειας και Δυτικής Ευρώπης, το ζητούμενο είναι η μείωση του χρόνου εργασίας, η ενίσχυση της ισορροπίας προσωπικής και επαγγελματικής ζωής και η αύξηση της παραγωγικότητας μέσα από καλύτερη οργάνωση. Στην Ελλάδα, αντίθετα, η δημόσια συζήτηση επιστρέφει διαρκώς στο ίδιο μοτίβο: περισσότερες ώρες, μεγαλύτερη ευελιξία, περισσότερη αντοχή από τον εργαζόμενο.
Το αποτέλεσμα είναι η σταδιακή κανονικοποίηση του burnout. Η εξάντληση δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως προειδοποιητικό σημάδι, αλλά ως σχεδόν αναμενόμενο στάδιο της επαγγελματικής ζωής. Ο εργαζόμενος που δουλεύει μέχρι αργά, απαντά σε μηνύματα εκτός ωραρίου, αναλαμβάνει παραπάνω ευθύνες χωρίς αντίστοιχη αμοιβή και ζει με μόνιμη ανασφάλεια, παρουσιάζεται συχνά ως «φιλότιμος», «ανθεκτικός» ή «παραγωγικός».
Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για ένα βαθύτερο κοινωνικό πρόβλημα. Το burnout δεν είναι απλώς ατομική αδυναμία ούτε ζήτημα κακής προσωπικής διαχείρισης. Είναι σύμπτωμα ενός εργασιακού περιβάλλοντος που πιέζει διαρκώς τον άνθρωπο να αποδίδει περισσότερο, χωρίς να του εξασφαλίζει πάντα σταθερότητα, αξιοπρεπείς αποδοχές, χρόνο ανάπαυσης και πραγματική προοπτική.
Η ελληνική περίπτωση έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες. Η πολυετής οικονομική κρίση, η συμπίεση των μισθών, η ακρίβεια, τα υψηλά ενοίκια, η αβεβαιότητα στην αγορά εργασίας και η αδύναμη εφαρμογή κανόνων σε αρκετούς κλάδους έχουν δημιουργήσει ένα περιβάλλον όπου πολλοί εργαζόμενοι αισθάνονται ότι δεν έχουν το περιθώριο να πουν «όχι».
Έτσι, οι πολλές ώρες εργασίας δεν είναι πάντα επιλογή. Είναι συχνά ανάγκη. Για να βγει το ενοίκιο, οι λογαριασμοί, το σούπερ μάρκετ, οι υποχρεώσεις της οικογένειας. Η υπερεργασία γίνεται μηχανισμός επιβίωσης και όχι ένδειξη επαγγελματικής φιλοδοξίας.
Την ίδια ώρα, οι αλλαγές στην εργατική νομοθεσία έχουν ανοίξει έντονες πολιτικές και κοινωνικές αντιπαραθέσεις. Η Ελλάδα έχει ήδη βρεθεί στο επίκεντρο διεθνών δημοσιευμάτων για τη θεσμοθέτηση της εξαήμερης εργασίας σε συγκεκριμένους κλάδους συνεχούς λειτουργίας, αλλά και για τη συζήτηση γύρω από τη δυνατότητα επέκτασης του ημερήσιου χρόνου εργασίας υπό προϋποθέσεις. Συνδικάτα και εργαζόμενοι υποστηρίζουν ότι τέτοιες ρυθμίσεις ενισχύουν την ανασφάλεια και αποδυναμώνουν την προστασία της εργασίας, ενώ η κυβέρνηση τις παρουσιάζει ως εργαλεία ευελιξίας και προσαρμογής της αγοράς.
Το ερώτημα, όμως, παραμένει: πόση ακόμη «ευελιξία» μπορεί να αντέξει μια κοινωνία που ήδη δουλεύει πολύ; Και κυρίως, ποιος πληρώνει το κόστος αυτής της ευελιξίας;
Διότι όταν ένας εργαζόμενος δουλεύει περισσότερες ώρες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αλλά εξακολουθεί να δυσκολεύεται να ζήσει αξιοπρεπώς, τότε το πρόβλημα δεν είναι η ατομική του παραγωγικότητα. Είναι το ίδιο το παραγωγικό μοντέλο. Ένα μοντέλο που συχνά ζητά περισσότερο χρόνο από τον εργαζόμενο, αντί να επενδύει σε καλύτερη οργάνωση, τεχνολογία, εκπαίδευση, καινοτομία και δίκαιη κατανομή της παραγόμενης αξίας.
Η συζήτηση για την εργασία στην Ελλάδα δεν μπορεί να περιορίζεται στο πόσες ώρες δουλεύουμε. Πρέπει να αφορά και το πώς δουλεύουμε, με ποιες αμοιβές, με ποια δικαιώματα, με ποια ψυχική αντοχή και με ποια δυνατότητα προσωπικής ζωής. Διότι μια κοινωνία που θεωρεί φυσιολογικό να είναι οι άνθρωποί της διαρκώς κουρασμένοι είναι μια κοινωνία που έχει αποδεχθεί ως ανάπτυξη την εξουθένωση.
Το burnout δεν εμφανίζεται ξαφνικά. Χτίζεται σταδιακά. Από τα ατελείωτα ωράρια, την αβεβαιότητα, την αίσθηση ότι είσαι πάντα διαθέσιμος, την πίεση να μη διαμαρτύρεσαι, τον φόβο ότι κάποιος άλλος θα πάρει τη θέση σου αν διεκδικήσεις τα αυτονόητα. Χτίζεται και από μια κουλτούρα που συχνά δοξάζει την κούραση, σαν να είναι απόδειξη αξίας.
Όμως η εργασία δεν μπορεί να είναι ένας ατελείωτος αγώνας αντοχής. Δεν μπορεί η ψυχική υγεία να θυσιάζεται στο όνομα της ανταγωνιστικότητας. Δεν μπορεί η προσωπική ζωή να αντιμετωπίζεται ως πολυτέλεια και η ξεκούραση ως ενοχή.
Η Ελλάδα χρειάζεται μια σοβαρή συζήτηση για το μέλλον της εργασίας. Όχι με όρους συνθημάτων, αλλά με όρους κοινωνικής βιωσιμότητας. Χρειάζεται καλύτερους μισθούς, ουσιαστικούς ελέγχους, σεβασμό στο ωράριο, πραγματική προστασία από την καταχρηστική υπερεργασία, επενδύσεις στην παραγωγικότητα και ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο που θα αναγνωρίζει ότι ο εργαζόμενος δεν είναι αναλώσιμος.
Γιατί το πρόβλημα δεν είναι ότι οι Έλληνες δεν δουλεύουν αρκετά. Τα στοιχεία δείχνουν το αντίθετο. Το πρόβλημα είναι ότι δουλεύουν πολύ, συχνά εξαντλητικά, χωρίς αυτό να τους εξασφαλίζει την ασφάλεια, την αξιοπρέπεια και την προοπτική που θα έπρεπε.
Και όσο το burnout αντιμετωπίζεται ως προσωπική υπόθεση και όχι ως συλλογικό σύμπτωμα, τόσο η κοινωνία θα συνεχίσει να μπερδεύει την αντοχή με την κανονικότητα.


No comments:
Post a Comment
Η Φωνή του Λ.Σ. δεν υιοθετεί απόψεις από καταγγελίες και σχόλια αναγνωστών καθώς και άρθρα που το περιεχόμενο τους προέρχετε από άλλες σελίδες και αναδημοσιεύονται στον παρόντα ιστότοπο και ως εκ τούτου δεν φέρει οιασδήποτε φύσεως ευθύνη. Για οποιαδήποτε παράπονα και διευκρινίσεις ή αν επιθυμείτε να διαγράψουμε ένα άρθρο ή ένα σχόλιο μπορείτε να στείλετε το μήνυμα σας στο group.voice.ls@gmail.com.